Κραυγες Απ'τα Κελια Διαυλος επικοινωνιας με τους κρατουμενους

22Μαρ/100

Συνέντευξη με γερμανούς αγωνιστές

Σήμερα Δευτέρα 22 Μάρτη 2010, ώρα 19.00μ.μ. από τον αυτοοργανωμένο ραδιόφωνο του 98FM και στην εκπομπή «ΚΡΑΥΓΕΣ ΑΠ΄ΤΑ ΚΕΛΙΑ» θα μεταδοθεί συνέντευξη / συζήτηση του 98FM με γερμανούς αγωνιστές (πρώην κρατούμενοι αντάρτες πόλης ), σχετικά με την εμπειρία του γερμανικού ριζοσπαστικού ανατρεπτικού κινήματος (1967 – 1990) και έπειτα από την σχετική εκδήλωση – συζήτηση που πραγματοποιήθηκε μαζί τους στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στις 10 Μαρτίου 2010.

22Μαρ/100

Η κουλτούρα του Τρόμου

Λίγες ημέρες πριν τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 ο εισαγγελέας προχωράει στη προφυλάκιση τριών νέων ανθρώπων με κατηγορίες σχετικές με την συμμετοχή στην Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς όπως αυτό θεμελιώθηκε μέσα από τις "ενδείξεις" που συγκέντρωσε η αντιτρομοκρατική υπηρεσία και υπό του κλίματος που είχε δημιουργηθεί από τα μμε τις ημέρες που ακολούθησε τη σύλληψη τους.

Σε μία άγαρμπη προσπάθεια να επαναλάβουν το "θρίαμβο" του καλοκαιριού του 2002 οι δυνάμεις καταστολής εκτελώντας τις πάγιες άνωθεν εντολές επιδόθηκαν στον βίαιο διασυρμό -άνευ δίκης βέβαια- των Παναγιώτη Μ, Χάρη Χ.  και Μάνο Γ. με τα "δικαιώματα" που τους δίνει το τρέχον νομοθετικό πλαίσιο. Η λέξη κλειδί "τρομοκρατία" νομικά ανυπόστατη στο διεθνές δίκαιο, είναι αρκετή για να μετατρέψει ένα σπίτι σε "γιάφκα τρομοκρατών" και κατ' επέκταση, όπως αποδείχθηκε αργότερα, σε εν δυνάμει ύποπτο καθένα που σχετίστηκε στο ελάχιστο με τους κατηγορούμενους, οδηγώντας στα κρατητήρια ακόμα και άτομο του οποίου το αποτύπωμα βρέθηκε σε νάυλον σακούλα.

Η όλη διαδικασία των συλλήψεων (που συνοδεύτηκαν με την έκδοση μιας ντουζίνας ενταλμάτων και τις απαγωγές άλλων "υπόπτων") που στηρίχτηκαν σε στοιχεία τα οποία η αστυνομία εικάζει ότι ανήκουν στους νέους που συνελλήφθησαν, έχει πολλαπλούς σκοπούς και ένα στόχο. Να στοχοποιήσει ανθρώπους από τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Να τους θέσει σε ομηρία. Να εκφοβίσει επιπλέον άτομα. Και εν' τέλει να αδρανοποιήσει τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό - αναρχικό χώρο, που παραμένει το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της κοινωνίας.

Τα δυστοπικά τους σενάρια διαψεύστηκαν ήδη από τις συγκρούσεις και τα οδοφράγματα που δημιουργήθηκαν -παρ' ότι αποκρύφτηκαν έντεχνα από τα μμε- κατά τη διάρκεια των τελευταίων συλλαλητηρίων που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα ενάντια στα νέα αυταρχικά οικονομικά μέτρα. Και έπεται συνέχεια. Γιατί αυτό που φοβάται η εξουσία έχει ήδη συμβεί: ιδέες, πρακτικές και δραστηριότητες των αναρχικών έχουν αρχίσει να γίνονται -κοινός τόπος- κτήμα των ανθρώπων που αφυπνίζονται, έστω και βίαια, από το τηλεοπτικό λήθαργο.

Για την υπόθεση, που πρόθεση μας είναι να αναπτύξουμε πιο διεξοδικά στο εγγύς μέλλον, ο Παναγιώτης Μ. έγκλειστος στις φυλακές Αυλώνας, είχε την ευκαιρία να μιλήσει μέσα από τη συχνότητα του Radio Barricada στις 10-03-2010, συνομιλία την οποία δανειζόμαστε και παραθέτουμε για ακρόαση όπως αυτή δημοσιεύεται στο αρχείο του 98FM.

http://radio98fm.espiv.net/EKPOMPES/ANAMETADWSEIS/10-03-2010_synomilia_me_masouras_Radio%20Barricada.mp3

22Μαρ/100

Για την αλληλεγγύη στην υπόθεση ΜΠΟΝΑΝΟ – ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

1 Οκτώβρη οι Aλφρέντο Μπόνανο και Χρήστος Στρατηγόπουλος συλλαμβάνονται στα Τρίκαλα με τη κατηγορία της ένοπλης ληστείας σε τράπεζα. Ο Χρήστος Στρατηγόπουλος αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη επικαλούμενος προσωπικούς οικονομικούς λόγους και ο 73χρονος Αλφρέντο Μπονάνο αρνείται τη συμμετοχή , ωστόσο κατηγορείται για συναυτουργία προσαρμοσμένη σε ένα διογκωμένο κατηγορητήριο κακουργηματικού χαρακτήρα. Αποτέλεσμα η προφυλάκιση και των 2 στην Άμφισσα και ακολούθως τη μεταγωγή τους στις φυλακές Κορυδαλλού όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Στο διάστημα της μέχρι τώρα προφυλάκισης τους έχουν πραγματοποιηθεί 2 και 1 αιτήσεις αποφυλάκισης για Μπονάνο και Στρατηγόπουλο αντίστοιχα. Όσον αφορά την προφυλάκιση του Μπονάνο ο εισαγγελέας λέγοντας πως έχει « ροπή προς τις έκνομες ενασχολήσεις και η ιδιοσυγκρασία του φωτογραφίζεται από τα συγγράμματα του » αποφασίζει τη συνέχιση αυτής αναδεικνύοντας τον εκδικητικό της χαρακτήρα και την ποινικοποίηση των πολιτικών του φρονημάτων. Ταυτόχρονα η από πλευράς του συστηματική αγνόηση των αποδεδειγμένων και σοβαρών προβλημάτων υγείας, όπως αυτά κατατέθηκαν εκ μέρους της υπερασπιστικής γραμμής του Μπονανο, δε μπορεί παρά να αποσκοπεί στη φυσική του εξόντωση. Σήμερα εκκρεμεί η εξέταση της τελευταίας αίτησης αποφυλάκισης στο συμβούλιο εφετών απ  όπου αναμένεται η έκδοση της απόφασης 2-3 Απρίλη στη Λάρισα.
Δίπολα νομιμόοτητας-παρανομίας κατασκευάζονται από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και το καπιταλιστικό σύστημα ταυτόχρονα με την ηθική της εργασίας που αναδεικνύεται σε στήριγμα του υπάρχοντος. Μέσω της εργασίας το ληστρικό σύστημα νομιμοποιείται να κλέβει το χρόνο, τη δημιουργικότητα, τα συναισθήματα των μισθωτών σκλάβων οι οποίοι λόγω των επίπλαστων αναγκών επιλέγουν την εκποίηση της αξιοπρέπείας τους. Τα άτομα νοηματοδοτούν την ύπαρξή τους από τη συμμετοχή στο κύκλο παραγωγής-κατανάλωσης και έτσι η εργασία αναδεικνύεται σαν ανάγκη και μονόδρομος-χριζόμενο δικαίωμα.
Για ανθρώπους που επιλέγουν μια συγκρουσιακή τοποθέτηση απέναντι στο υπάρχον, η άρνηση της εργασίας δε μπορεί παρά  να είναι μια πτυχή του διαρκούς κοινωνικού πολέμου. Εδώ έγκειται η συνειδητή ατομική επιλογή επανοικειοποίησης του κλεμμένου πλούτου, χρόνου και ζωών μας. Η απαλλοτρίωση μιας τράπεζας αποτελεί μια μορφή της πρακτικής της απαλλοτρίωσης όπως  αυτή εκφράζεται είτε από μεμονωμένα άτομα είτε από σύνολα ατόμων στα πλαίσια μιας εξεγερτικής προοπτικής και σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Μια απαλλοτρίωση τράπεζας δε μπορεί να επιφέρει από μόνη της την καταστροφή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ωστόσο αποτελεί μια ρήξη με αυτό. Δεν είναι από μόνη της επαναστατική πράξη, είναι συνάρτηση του φορέα της και του περιεχομένου που της δίνει. Χωρίς αυτή η πρακτική να αποτελεί πρόταγμα, αφού αυτό είναι ένα της καταστροφής, αναγνωρίζουμε τη ριζοσπαστική λογική που μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτή. Οι απαλλοτριώσεις εντάσσονται στον ευρύτερο πολυμορφικό αγώνα(πορείες, συγκρούσεις, σαμποτάζ) που με βάση επιλογές, πράξεις, ανάγκες και επιθυμίες ξεπερνά τις ηθικές αγκυλώσεις, τις καθοδηγήσεις πεφωτισμένων πρωτοποριών, αναγνωρίζει την αμφίδρομη σχέση ατομικών και συλλογικών επιλογών, με γνώμονα την άμεση έκφραση της συνειδητοποιημένης εναντίωσης που ανοίγει περάσματα προς μια εξεγερτική προοπτική.
Σε αυτό το πολύμορφο αγώνα αναγνωρίζουμε τους συντρόφους μας που λόγω των επιλογών τους βρίσκονται στη φυλακή και στεκόμαστε αλληλέγγυοι. Ενάντια στα εγκληματικά κατασκευάσματα των φυλακών και οποιαδήποτε μορφή αποστέρησης της ελευθερίας, αναγνωρίζοντας το επιβεβλημένο δίκιο των εξουσιαστών παρά μόνο το δίκιο των εξεγερμένων, με λόγο και πράξη η θέση μας  είναι δίπλα σε όλους τους συντρόφους μας όπως και στους Αλφρέδο Μπανάνα και Χρήστο Στρατηγόπουλο χωρίς να ξεχνάμε τους συντρόφους απαλλοτριωτές που βρίσκονται στα χέρια του κράτους Γιάννη Δημητράκη ( εφετείο 28/4) και Γιώργο Βούτση Βογιατζή.

Γιάννενα 4/3/2010

Αναρχικοί / Αναρχικές για την επανάκτηση

10Μαρ/100

Επιβαλλόμενη Ανασκόπηση

Τη Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010, στις 7 το απόγευμα, στα πλαίσια της εκπομπής "Κραυγές Απ'τα Κελιά" , εν όψη της β' επανέκδοσης του πρώτου βιβλίου του Σάββα Ξηρού "Η μέρα εκείνη..." θα είναι στο studio του 98FM μαζί μας και σε απ' ευθείας μετάδοση, ο Γιώργος Καράμπελας, ο συγγραφέας του πρόσθετου εισαγωγικού κειμένου "Επιβαλλόμενη Ανασκόπηση" σε αυτή την έκδοση. Όποιος επιθυμεί μπορεί να στείλει την δική του ερώτηση (στα σχόλια της παρούσας δημοσίευσης) και εμείς θα την μεταβιβάσουμε.

Παρακάτω παραθέτουμε ολόκληρο το κείμενο της εισαγωγής όπως δημοσιεύεται στη δεύτερη επανέκδοση του πρώτου βιβλίου του Σάββα.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Του Γιώργου Καράμπελα*

Από τη μυθολογική εποχή της Θεογονίας, όταν το Κράτος και η αδελφή του η Βία, με εντολή του Δία, οδήγησαν τον Προμηθέα στη Σκυθία, όπου ο Ήφαιστος τον αλυσόδεσε για τιμωρία επειδή έκλεψε από τους θεούς του Ολύμπου την φωτιά και την πρόσφερε στους ανθρώπους, η αδικία και η σκλαβιά κατατρώγουν τα σωθικά της Ελλάδας, σαν το καταραμένο όρνιο του Καυκάσου. Το σπάσιμο των δεσμών της τυραννίας και το όραμα της ελευθερίας ταυτίστηκαν από τότε με τους αγώνες και τη μοίρα των Ελλήνων, παρ’ ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία, αποπλανημένη στα παιγνίδια της ανήθικης πολιτικής, στάθηκε ανήμπορη ν’ αποτρέψει την καταδίκη του φιλόσοφου Σωκράτη. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο Σάββας Ξηρός αρχίζει την συγκλονιστική του μαρτυρία με μια παλιά ιστορική φωτογραφία. Όπως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο εθνικός ύμνος της σύγχρονης Ελλάδας είναι αφιερωμένος στην ελευθερία και από τον πρώτο στίχο αρχίζοντας μιλάει για ένα κοφτερό σπαθί.

Πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια τώρα οι Έλληνες δεν αξιώθηκαν να γευτούν τους καρπούς της δημοκρατίας, δηλαδή του πολιτεύματος της λαϊκής κυριαρχίας, που όπως λένε οι ιστορικοί γεννήθηκε στη χώρα τους. Από την επέλαση των Ρωμαίων ιμπεριαλιστών μέχρι τα τετρακόσια χρόνια στο έλεος της βαρβαρότητας των Οθωμανών σουλτάνων, άλλα και μέχρι σήμερα. Ο πανεθνικός ξεσηκωμός με την Επανάσταση του 1821 μπορεί να οδήγησε στην απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό και στην ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, έφερε ωστόσο ένα Βαυαρό βασιλιά και τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις στο σβέρκο των νεο-Ελλήνων. Το 1843, ύστερα από επαναστατικό κίνημα, η χώρα απέκτησε εθνικό Σύνταγμα, το οποίο όμως έκτοτε ουδέποτε εφαρμόστηκε στο σύνολό του λόγω του ξένου επεμβατισμού. Για τα επόμενα εκατό χρόνια αντιμετωπιζόταν ως κράτος-μαριονέτα, ενώ ταλανιζόταν ακατάπαυστα από ξένες επεμβάσεις, πολέμους για την ανάκτηση εθνικών εδαφών, κινήματα, δικτατορίες, εθνικές προδοσίες, αυταρχικά καθεστώτα, ανείπωτη φτώχεια και απίστευτο εξωτερικό χρέος. Μερικοί από τους σημερινούς εταίρους της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την αγαστή συνεργασία της ξενόδουλης αστικής τάξης και των μεγαλοτσιφλικάδων, όπου πέρασαν, έσπειραν διχόνοιες, βάσανα και καταστροφή, λεηλάτησαν εθνικά κειμήλια, βιβλιοθήκες, μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, επιβάλλοντας αποικιοκρατικούς όρους στο νεοσύστατο μικρό κράτος.

Η ιταλο-γερμανική φασιστική εισβολή στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αντιμετώπισε τεράστια προβλήματα από την εθνική αντίσταση των Ελλήνων. Το βάρος του νικηφόρου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα σήκωσαν κατά κοινή ομολογία το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, με κύριο καθοδηγητή το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και συμμετοχή του συνόλου των αριστερών-δημοκρατικών δυνάμεων. Απέναντί τους, μαζί με τους εισβολείς, παρατάχτηκε σύντομα το πιο μαύρο, αντιδραστικό και ελεεινό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας, που εκτός ότι συνεργάζονταν ανοιχτά με τις κατοχικές δυνάμεις, πρωτοστάτησαν σε απίστευτες βαρβαρότητες και προδοσίες σε βάρος των αντιστασιακών. Μετά την απελευθέρωση, μπροστά στο ενδεχόμενο η Ελλάδα να περάσει στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, οι Αγγλο-Αμερικάνοι σύμμαχοι πυροδότησαν την έναρξη του τετραετούς εμφυλίου πολέμου, που στοίχισε χιλιάδες νεκρούς και οδήγησε στρατιές πολιτικών προσφύγων στις χώρες του τότε ανατολικού μπλοκ.

Τα μεταπολεμικά χρόνια ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» έγινε εφιάλτης για τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Η χώρα παραδόθηκε στο έλεος πατριδοκάπηλων φασιστοειδών. Στην πολιτική και κοινωνική ζωή κυριαρχούσαν τα Σώματα Ασφαλείας και ο στρατός, παρακρατικές συμμορίες και οι δυνάμεις πολιτοφυλακής, γνωστότερες ως Τάγματα Εθνικής Ασφάλειας, ένα σκουπιδολόι ακροδεξιών παρακρατικών, τραμπούκων και καταδοτών. Τα ξερονήσια έγιναν στρατόπεδα συγκέντρωσης και κολαστήρια χιλιάδων πολιτικών εξορίστων, η κρατική τρομοκρατία, οι συλλήψεις, οι ξυλοδαρμοί και τα βασανιστήρια δημοκρατικών πολιτών πήραν διαστάσεις εθνικής πανούκλας, κορυφαίες προσωπικότητες της αριστεράς δολοφονήθηκαν ή οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και η τύχη όλων ανεξαιρέτως των πολιτών κρινόταν από ένα χαρτί. Το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Χωρίς αυτό το χαρτί, με το οποίο επιβεβαιωνόταν από την αστυνομία η εθνικοφροσύνη και ο αντικομμουνισμός των Ελλήνων, ήταν αδύνατο να εισαχθεί κάποιος στο πανεπιστήμιο, να εργαστεί σε κρατική υπηρεσία ή ιδιωτική επιχείρηση, ν’ ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα, να αποχτήσει δίπλωμα οδήγησης αυτοκινήτου, να εξασφαλίσει τραπεζικό δάνειο ή να μπορεί να κυκλοφορεί τέλος πάντων ελεύθερος χωρίς να βρίσκει μόνιμα μπροστά του τους παρακρατικούς και τη διεφθαρμένη κρατική εξουσία.

Παρ’ όλη όμως την κρατική τρομοκρατία, τη μαζική νοθεία στις εκλογικές αναμετρήσεις, το βρώμικο ρόλο του παλατιού και τις στημένες προβοκάτσιες, η πλειοψηφία των πολιτών αντιστεκόταν σθεναρά, διαδηλώνοντας ασταμάτητα την δίψα της για δημοκρατία και ατομικές ελευθερίες. Καθώς η ζυγαριά της λαϊκής ετυμηγορίας έγερνε όλο και πιο αριστερά και οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις της παραδοσιακής δεξιάς αδυνατούσαν πλέον να εγγυηθούν τον έλεγχο της κατάστασης, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ έβαλαν σ’ εφαρμογή το συνωμοτικό σχέδιο της εκτροπής, που είχαν προνοήσει να προετοιμάσουν από χρόνια. Έτσι, τον Απρίλη του 1967 μια συμμορία καθοδηγούμενων από τη CIA συνταγματαρχών «έβαλε στο γύψο» την πολύπαθη χώρα για εφτά χρόνια. Η αμερικανόπνευστη δικτατορία, με σύμμαχο ένα ευρύ φάσμα των κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών της κοινοβουλευτικής δεξιάς, που μετά χαράς έδωσαν χείραν βοηθείας, μετέτρεψε την Ελλάδα σε απέραντη φυλακή. Λογοκρισία, μαζικές συλλήψεις, στρατοδικεία, εξορίες, εκτοπισμοί, αναγκαστική προσφυγιά στο εξωτερικό, εξαφανίσεις, δολοφονίες και φριχτά βασανιστήρια. Οι Αμερικάνοι βέβαια δεν οργάνωσαν και στήριξαν τη δικτατορία ούτε για την ψυχή του πατέρα τους, ούτε γιατί τους είχε πάρει ο πόνος για την τύχη των Ελλήνων. Στην πραγματικότητα ήθελαν «στέρεο έδαφος», όπως εκείνοι το εννοούσαν, για να προωθήσουν τα επεκτατικά τους σχέδια στην ευρύτερη ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το ξεπούλημα της χώρας στις πολυεθνικές και η μετέπειτα ακολουθία των γεγονότων στην Κύπρο, τα Βαλκάνια, την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή, συνεχίζουν ν’ αποδεικνύουν περίτρανα μέχρι τις μέρες μας πόσο πολύτιμη ήταν για τα συμφέροντά τους η εφτάχρονη χούντα στην Ελλάδα.

Ενώ η παγκόσμια κοινωνία συνταρασσόταν από τον γαλλικό Μάη του ’68, το αντιπολεμικό κίνημα, τους εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους και το αντάρτικο πόλεων, η αντιδικτατορική αντίσταση στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα δυνάμωνε σιγά-σιγά, κυρίως μέσα από τα πανεπιστήμια. Αποκορύφωμα η απόπειρα εκτέλεσης με βομβιστική επίθεση από τον αγωνιστή Αλέκο Παναγούλη κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλου και η λαϊκή εξέγερση τον Νοέμβρη του 1973, με επίκεντρο την κατάληψη του Πολυτεχνείου της Αθήνας. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες διαδήλωναν αυθόρμητα και δυναμικά τ’ αντιχουντικά τους αισθήματα με κύρια συνθήματα «Κάτω η Χούντα», «Έξω οι Αμερικάνοι», «Λαϊκή εξουσία». Περιττό ν’ αναφερθεί ότι τόσο η ηγεσία των πρώην κοινοβουλευτικών, όσο και ο μηχανισμός του παράνομου και διασπασμένου Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, αποδίδουν την κατάληψη του Πολυτεχνείου, η οποία πυροδότησε την εξέγερση, σε «προβοκάτορες και ύποπτα στοιχεία που στοχεύουν στην αποσταθεροποίηση και θέτουν σε κίνδυνο τη φιλελευθεροποίηση του Παπαδόπουλου (του δικτάτορα)». Ο αντικαθεστωτικός ξεσηκωμός κράτησε τρεις ημέρες, με τις κατασταλτικές δυνάμεις ανήμπορες ν’ αντιδράσουν στη λαϊκή οργή. Τη νύχτα της 17 Νοέμβρη 1973, η χούντα μπροστά στον κίνδυνο να καταρρεύσει, έδωσε εντολή να επέμβουν τα τεθωρακισμένα του στρατού και η πάνοπλη αστυνομία. Το κέντρο της Αθήνας βάφτηκε με αίμα. Δεκάδες νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, συλλήψεις, φασισμός και βαρβαρότητα. Οχτώ μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1974, η χούντα κατέρρευσε σε μια νύχτα, αφού πρόλαβε να πουλήσει την εθνική υπόθεση της Κύπρου, όπου με την καθοδήγηση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών οργανώθηκε το πραξικόπημα εναντίον του εθνάρχη Μακαρίου, η ματοβαμμένη εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων και η κατοχή έκτοτε του βορείου τμήματος του νησιού.

Η ένοπλη λαϊκή αντίσταση στην κρατική εξουσία, η χρήση βίας στη βία της κρατικής εξουσίας, μπορεί να χαρακτηριστεί κυρίαρχο γεγονός στην εφτάχρονη δικτατορία. Πρόκειται βέβαια για μια πολιτική πρακτική που επανεμφανίστηκε με οργανωμένη μορφή στην Ελλάδα μετά από δεκαεφτάχρονη περίοδο παύσης, από την λήξη δηλαδή του εμφυλίου. Στη συνέχεια όμως θα καθιερωθεί μέχρι τις μέρες μας, σημειώνοντας ποιοτικά άλματα στην οργάνωση και στο ξεκαθάρισμα των πολιτικών στόχων, για ν’ αποτελέσει μόνιμο και άλυτο πρόβλημα για την κρατική εξουσία, την αστική τάξη και τους έξωθεν προστάτες τους. Όπως αποκαλύφθηκε στη δίκη των πραξικοπηματιών, την περίοδο της δικτατορίας εξερράγησαν ή τοποθετήθηκαν 174 βόμβες-εκρηκτικοί μηχανισμοί μόνο στην περιοχή του κέντρου της ελληνικής πρωτεύουσας, που τότε αστυνομευόταν από την Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθηνών. Την ευθύνη για τις περισσότερες από αυτές τις δυναμικές ενέργειες είχαν αναλάβει οργανώσεις όπως το «Κίνημα 20ης Οκτώβρη», η «Δημοκρατική Άμυνα», το «Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα», η «Ελληνική Μαχητική Αντίσταση» και αρκετές άλλες.

Με όλα αυτά τα παραπάνω και πολλά ακόμη μεγάλωσε η πρώτη γενιά του ελληνικού μεταδικτατορικού αντάρτικού των πόλεων. Όταν τον Ιούλιο του 1974 είδαν τον αυτοεξόριστο ηγέτη της παραδοσιακής δεξιάς Κ. Καραμανλή ν’ αναβαθμίζεται σε λίγες ώρες από πρώην πρωθυπουργός του παρακράτους, της βίας και της νοθείας σε εθνοσωτήρα, παραλαμβάνοντας την εξουσία από τους εξαφανισμένους χουντικούς, όταν διαπίστωσαν στη συνέχεια ότι το υποτιθέμενο πέρασμα στη δημοκρατία ήταν ένα καλοστημένο φιάσκο, ότι οι περισσότεροι χουντικοί και αρχιβασανιστές έμεναν ατιμώρητοι, ότι ο κρατικός μηχανισμός έζεχνε από φασιστοειδή και διαφθορά, ότι η χώρα συνέχιζε να πουλιέται ως ξετσίπωτη πόρνη στα ξένα συμφέροντα και τις ΗΠΑ να παίζουν ανενόχλητα τα βρώμικα παιγχνίδια τους, ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών που διαδήλωναν σχεδόν καθημερινά στους δρόμους απαιτώντας απόδοση δικαιοσύνης, λαϊκή και εθνική κυριαρχία αντιμετωπίζονταν με άγρια βία από τις δυνάμεις κρατικής καταστολής, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα αδυσώπητο δίλημμα: Να αντιδράσουν βίαια και δυναμικά σύμφωνα με τη λαϊκή απαίτηση ή να καταντήσουν μαριονέτες του κοινοβουλευτισμού και του αντιλαϊκού συστήματος;

Αμέσως μετά την πτώση της χούντας όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις αυτοδιαλύθηκαν. Καθώς όμως η μεταπολιτευτική πραγματικότητα και οι ανεκπλήρωτοι πόθοι της Λαϊκής Εξέγερσης του Πολυτεχνείου δημιούργησαν τις ιστορικές συνθήκες για την δραστηριοποίηση κλειστών πυρήνων ένοπλης αντίστασης, νέες οργανώσεις έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Τα πρώτα κιόλας σημάδια του κοινοβουλευτισμού και της «δημοκρατικής νομιμότητας» δεν άφηναν την παραμικρή αμφιβολία για το τι θα επακολουθούσε. Η σύγκρουση του κράτους με την εξεγερμένη κοινωνία στα εργοστάσια, στην ύπαιθρο και τα πανεπιστήμια ήταν άγρια. Ξεφυλλίζοντας κανείς εφημερίδες της εποχής, σπάνια θα βρει μια μέρα χωρίς μεγάλες μαχητικές διαδηλώσεις δεκάδων χιλιάδων πολιτών ή βίαιες συγκρούσεις σε κάποιο σημείο της ελληνικής επικράτειας. Μέσα σ’ αυτό το συγκρουσιακό κλίμα λογική συνέπεια ήταν ν’ αντιπαραταχτεί η «κριτική των όπλων», αφού το όπλο της κριτικής αποδεικνυόταν εντελώς αναποτελεσματικό μπροστά στην υπερσυντηρητική χουντοκρατούμενη εξουσία. Το σύνθημα άλλωστε «βία στη βία της εξουσίας» ήταν από τα πιο προσφιλή στους διαδηλωτές κι όπως ήταν φυσικό δεν άργησε να βρει εκφραστές. Από τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης άρχισαν να σημειώνονται σποραδικά, βίαια δυναμικά χτυπήματα όπως εκρήξεις βομβών, εμπρησμοί και υλικές καταστροφές, ενώ δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1975 ο σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα Ρίτσαρντ Γουέλς έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες της Επαναστατικής Οργάνωσης «17 Νοέμβρη».

Αν και η ύπαρξή της έγινε γνωστή ένα χρόνο αργότερα μέσω της γαλλικής «Liberation» μετά και την εκτέλεση του αρχιβασανιστή Ε. Μάλλιου, γεγονός που αποκαλύπτει την ταύτιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με την παραπληροφόρηση και την απόκρυψη της αλήθειας, η πρωτοεμφανιζόμενη Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη έμελλε να σφραγίσει με την παρουσία της τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα, όπως και τις σχέσεις της χώρας με τους Αμερικάνους τα επόμενα είκοσι εφτά χρόνια, μέχρι τον Ιούνη του 2002 που η μοιραία βόμβα έσκασε στα χέρια του Σάββα Ξηρού.

Με μεστό αριστερό λόγο, απαλλαγμένο από την ακαμψία και την μονολιθικότητα ενός δογματικού αριστερισμού, η ΕΟ 17Ν ερμήνευσε και εξέφρασε με συνέπεια τη λαϊκή απαίτηση για δικαιοσύνη, κάθαρση, αλλαγή και ρήξη με το αντιλαϊκό σύστημα, που έτσι κι αλλιώς κυριαρχούσε παρά τις όποιες πολιτικές μεταβολές. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ένοπλης δράσης της καταξιώθηκε στη λαϊκή συνείδηση, καθώς δεν έμεινε αδρανής μπροστά στη γενική κατακραυγή μετά την αθώωση των αρχιβασανιστών της χούντας, στα χέρια των οποίων υπέφεραν χιλιάδες αντιφασίστες αγωνιστές. Η απόδοση δικαιοσύνης, την οποία αρνήθηκε στην πράξη το σύστημα, λειτούργησε ως ένα από τα ισχυρότερα κίνητρα της οργάνωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι κέρδισε επάξια και διατήρησε σ’ όλη την πορεία της τον τίτλο του λαϊκού τιμωρού και υπερασπιστή του δικαίου, με ενέργειες που είχαν αφετηρία και σκοπό το «περί δικαίου αίσθημα» του λαού, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα το χάσμα μεταξύ της ηγεσίας των αστικών κομμάτων και της βάσης, καθώς οι πρώτοι καταδίκαζαν μετά βδελυγμίας, ενώ οι δεύτεροι επικροτούσαν με βαθιά ικανοποίηση. Χαρακτηριστικές φράσεις, όπως «ν’ αγιάσει το χέρι τους» ή και πιο ακραίες ακόμα, ακούγονταν συχνά ανάμεσα στους επιβάτες των μέσων μαζικής μεταφοράς, σε πλατείες, καφενεία ή ιδιωτικές συζητήσεις αμέσως μετά από κάποιο χτύπημα.

Στην ίδια χρονική περίοδο αρκετές ακόμη οργανώσεις ένοπλης λαϊκής βίας δραστηριοποιήθηκαν, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ανάμεσα στις σημαντικότερες ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας, η Ομάδα «Ιούνης 78», ο Λαϊκός Επαναστατικός Αγώνας, η Επαναστατική Οργάνωση «Οκτώβρης ’80», οι Ομάδες Λαϊκής Αντίστασης, οι Αυτόνομοι Πυρήνες, η Επαναστατική Αλληλεγγύη, η Επαναστατική Αριστερά, η Λαϊκή Αγωνιστική Συσπείρωση, ο Λαϊκός Αγώνας, η Αυτόνομη Αντίσταση, η Λαϊκή Επαναστατική Πρωτοβουλία, η Οργάνωση Κανάρης, η Αυτόνομη Ομάδα Επαναστατικής Αλληλεγγύης, η Οργάνωση Αντιεξουσιαστών Κομμουνιστών. Εκτός από την εκτέλεση του αστυνόμου-βασανιστή Πέτρου Μπάμπαλη από την Ομάδα «Ιούνης 78», η δράση των παραπάνω οργανώσεων εξαντλείτο σε υλικές καταστροφές, με τοποθετήσεις αυτοσχέδιων εκρηκτικών και εμπρηστικών μηχανισμών, κυρίως εναντίον αμερικανικών αυτοκινήτων, πολυεθνικών επιχειρήσεων, αστυνομικών ή κρατικών υπηρεσιών, πολυκαταστημάτων και τραπεζών. Αν και μερικές από αυτές κατάφεραν να στήσουν δικό τους αυτόνομο δίκτυο αντιπληροφόρησης, καμία δεν μπόρεσε ν’ αποκτήσει την καταξίωση, τη φήμη, το δυναμισμό και την αποτελεσματικότητα της ΕΟ 17Ν, η οποία χωρίς αμφιβολία αποτελούσε την πρωτοπορία του αντάρτικού πόλεων στην μεταδικτατορική Ελλάδα.

Το 1981, όταν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) κέρδισε τις εκλογές μέσα σ’ ένα πανηγυρικό κλίμα χειμαρρώδους αριστερής φρασεολογίας, εξαγγελιών και υποσχέσεων, με φόντο την πολιτική σήψη και τον παραπαίοντα κρατικό μηχανισμό, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έχοντας αλληθωρίσει από ενθουσιασμό έβλεπαν την αλλαγή προς το σοσιαλισμό. Η ΕΟ 17Ν χωρίς να τρέφει αυταπάτες, σεβόμενη τη λαϊκή ετυμηγορία, ανέστειλε τη δράση της για δύο χρόνια. Σύντομα ωστόσο αποκαλύφθηκαν οι πραγματικές προθέσεις του «κόμματος της αλλαγής», όπως αρεσκόταν ν’ αποκαλεί το ΠΑΣΟΚ ο αρχηγός του Ανδρέας Παπανδρέου. Η επαγγελλόμενη αλλαγή και κάθαρση του κρατικού μηχανισμού έγινε μετάλλαξη και επανεγκαθίδρυσή του, με κύρια χαρακτηριστικά τη στήριξη των συμφερόντων της κεφαλαιοκρατίας, τη σύμπραξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, τον άκρατο νεποτισμό, τη διαφθορά και την υπόγεια προσπάθεια αδρανοποίησης και εκφυλισμού του λαϊκού κινήματος από ένα συγκεντρωτικό φασίζον σύστημα διαχείρισης της εξουσίας. Όλα καμουφλαρισμένα με βαρύγδουπη αριστερή φρασεολογία και συνεχείς αναφορές στο παρελθόν και την «επάρατη δεξιά».

Η γρήγορη απογοήτευση από τη λύση του «τρίτου δρόμου προς το σοσιαλισμό» έκανε πλέον πιο επιτακτική την ανάγκη για δυναμική αντίσταση, ανεβάζοντας τη γενική αποδοχή της ΕΟ 17Ν στο πέρασμα του χρόνου σε ποσοστά που θα μπορούσαν ίσως να ερμηνευτούν και ως λαϊκή εντολή. Επίσημα γκάλοπ δεν μπόρεσαν να κρύψουν ένα ποσοστό 20-30% συμφωνίας και 4% απόλυτης ευθυγράμμισης με τις ενέργειες της οργάνωσης, ενώ στις εκλογικές διαδικασίες που ακολούθησαν αρκετές χιλιάδες ψηφοδέλτια κάθε φορά έφεραν το λογότυπό της. Παρ’ όλα αυτά, η ΕΟ 17Ν απαντώντας σε κάποιες μεμονωμένες εκκλήσεις για αυτοδιάλυση είχε αντιπροτείνει ότι θα το πράξει αν κατέβει εναντίον της μια διαδήλωση ενός εκατομμυρίου· όμως τρεις ή τέσσερις απόπειρες προς αυτή την κατεύθυνση δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα… είκοσι άτομα!

Από το 1975 μέχρι το 2002 η ΕΟ 17Ν πραγματοποίησε εβδομήντα πέντε πολιτικές παρεμβάσεις με ισάριθμες πολυσέλιδες προκηρύξεις στον τύπο. Με τις σαράντα από αυτές γίνεται ανάληψη ευθύνης για εκατό περίπου ενέργειες, από τις οποίες οι ογδόντα συμβολικές με βόμβες ή ρουκέτες σε κτήρια και δεκαεννέα κατά προσώπων, ενώ οι υπόλοιπες αφορούν κυρίως πολιτικές θέσεις της οργάνωσης για εθνικά ή διεθνή θέματα. Τα κείμενά της χαρακτηρίζονται από αναλύσεις και επιχειρήματα επιπέδου, που δύσκολα ανατρέπονταν ακόμη και από τους δηλωμένους εχθρούς της, έβριθαν από στοιχεία και πληροφορίες τις οποίες αγνοούσαν ή δεν ήθελαν να θίξουν τα ΜΜΕ, είχαν τεράστια αναγνωσιμότητα και κάθε φορά αποτελούσαν κυρίαρχο γεγονός της επικαιρότητας για ημέρες. Είναι ξεκάθαρο πάντως ότι η βαρύτητα των ενεργειών της ΕΟ 17Ν λειτούργησε ως ο κύριος παράγοντας για την αξιοποίηση των κειμένων της από τον τύπο.

Ανάμεσα στους στόχους της οργάνωσης συμπεριλαμβάνονταν ξένοι πράκτορες και ντόπιοι συνεργάτες τους, διπλωμάτες, πολυεθνικές επιχειρήσεις, βιομήχανοι, μεγαλοεπιχειρηματίες, εφοπλιστές, πολιτικοί, εισαγγελείς, κομματικά γραφεία, εφορίες, ΜΜΕ, αστυνομικές υπηρεσίες και απεργοσπαστικοί μηχανισμοί. Η απαλλοτρίωση ρουκετών και εκτοξευτήρων από στρατόπεδα και το Πολεμικό Μουσείο, η εισβολή σε συνοικιακό αστυνομικό τμήμα της πρωτεύουσας και η αρπαγή του οπλισμού του, οι επιθέσεις με ρουκέτες κατά του γραφείου της ΕΟΚ στην καρδιά της Αθήνας και κατά της κατοικίας του Γερμανού πρέσβη, οι εκτελέσεις του επικεφαλής της Τζασμάγκ Τζωρτζ Τσάντες και του στρατιωτικού ακόλουθου της Βρετανικής Πρεσβείας Στίβεν Σόντερς, οι βομβιστικές επιθέσεις κατά λεωφορείων των σκληροπυρηνικών αστυνομικών Μονάδων Αποκατάστασης Τάξης και κατά στρατιωτικών αμερικανικών λεωφορείων, είναι από τις εντυπωσιακότερες ενέργειες που ισοπέδωσαν το γόητρο ντόπιων και ξένων κατασταλτικών μηχανισμών και μυστικών υπηρεσιών.

Πέρα από την απόδοση δικαιοσύνης, η ΕΟ 17Ν προσπάθησε να καταδείξει με τη δράση της ότι το σύστημα δεν είναι άτρωτο, αλλά μπορεί με απλά μέσα και στοιχειώδη οργάνωση να χτυπηθεί, προπαγανδίζοντας την ένοπλη βία «όχι σαν πανάκεια για τη λύση κάθε προβλήματος, αλλά μόνο όπου το όπλο της κριτικής - λόγω υστερόβουλων συμφερόντων - δεν μπορεί να υπερισχύσει της κριτικής των όπλων». Ή, όπως είπε χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ο ένας από τους δύο φυλακισμένους σήμερα που ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη για την οργάνωση:

«Η 17Ν πήρε μέρος σε αυτόν τον κοινωνικό πόλεμο, που έρχεται πριν από μας και θα συνεχίζεται όσο υπάρχει κοινωνική αδικία και εκμετάλλευση. Δεν είχαμε την αυταπάτη ότι με τη δράση μας αναλαμβάναμε να οικοδομήσουμε μία ολοκληρωμένη, αρθρωμένη και αποκλειστική στρατηγική για την ανατροπή του καπιταλισμού. Δεν υπερεκτιμήσαμε το ρόλο μας, δεν θεωρήσαμε ότι είμαστε το κέντρο ή η φωτισμένη καθοδήγηση του κινήματος. Η κύρια πλευρά της στρατηγικής μας ήταν να επέμβουμε στο μερικό επίπεδο της διαμόρφωσης των ιδεολογικών όρων για να αναδειχθεί και να συγκροτηθεί από ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις εκείνη η πολύπλευρη και αρθρωμένη πολιτική στρατηγική που είναι απαραίτητη για την κοινωνική αλλαγή. Η δράση και τα κείμενά μας αποσκοπούσαν στο να μπορέσουν να ερμηνεύσουν οι κοινωνικά δρώντες την πραγματικότητα με όρους αλήθειας. Να αποκαλυφθούν οι ρίζες των προβλημάτων, οι αιτίες που τα γεννούν. Να χτυπηθεί το κυρίαρχο και οργανωμένα παραγόμενο και αναπαραγόμενο καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό ψεύδος.

Η συνολική δράση της οργάνωσης, με αυτή την έννοια, είχε πολιτικά αποτελέσματα, τα οποία θα συνεχίσουν να επιδρούν και στο μέλλον, παρά και ανεξάρτητα από αυτούς που τα δημιούργησαν. Η ανάδειξη και η συσχέτιση της διαφθοράς με τη φύση του κοινωνικού συστήματος. Η επαναφορά και ο τονισμός της έννοιας της κοινωνικής αδικίας. Η συνεχής αποκάλυψη των εγκλημάτων των Αμερικανών και της ωμής λειτουργίας του «δόγματος ισχύος» στις διεθνείς σχέσεις, ιδιαίτερα μέσα στο δυσμενές εθνικό και διεθνές περιβάλλον της δεκαετίας του ’80. Η ανάδειξη της ανάγκης για πραγματική δράση στην κατεύθυνση μιας πραγματικής και όχι ψευδεπίγραφης ελευθερίας, δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Η ίδια η δράση, πέρα από τα άμεσα αποτελέσματα για τους αδύναμους της ελληνικής κοινωνίας, αποσκοπούσε στην ανατροπή της μοιρολατρίας, της ηττοπάθειας, στη συνεχή υπόμνηση και απόδειξη ότι ο Δαβίδ μπορεί να πλήξει τον Γολιάθ, ο αδύνατος μπορεί να κλονίσει τον ισχυρό». (Απόσπασμα από την «απολογία» του Δημήτρη Κουφοντίνα στο Δευτεροβάθμιο Ειδικό Δικαστήριο στις 15 Ιανουαρίου 2007).

Ένας από τους λόγους που η ΕΟ 17Ν είχε κερδίσει την πολιτική συμπάθεια χιλιάδων απλών ανθρώπων ήταν ότι πάντα φρόντιζε να εξασφαλίσει με θρησκευτική ευλάβεια την αποφυγή τυχαίων τραυματισμών σε άτομα άσχετα με τον προκαθορισμένο στόχο. Όπως αναφέρεται σε προκηρύξεις της, μερικές από τις ενέργειές της αναβλήθηκαν την έσχατη στιγμή και πάνω από μία φορά, για να πραγματοποιηθούν σε μια επόμενη προσπάθεια, ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν εγγυήσεις για την τήρηση αυτού του απαράβατου όρου. Ανάμεσα στους είκοσι δύο νεκρούς, για τους οποίους ευθύνεται στην εικοσιεφτάχρονη πορεία της, υπήρξε μία και μοναδική περίπτωση, μετά από σειρά λαθών και συμπτώσεων, θανάσιμου τραυματισμού ενός τυχαίου περαστικού στη διάρκεια βομβιστικής επίθεσης στο κέντρο της Αθήνας. Αν και ο θάνατός του, σύμφωνα με καταγγελίες, επήλθε κυρίως λόγω εσκεμμένης ολιγωρίας και εμποδίων της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας στην παραλαβή και τις πρώτες βοήθειες από το ασθενοφόρο, η Οργάνωση έκανε δημόσια αυτοκριτική αμέσως μετά το συμβάν με τρεις πολυσέλιδες προκηρύξεις.

Η αδυναμία της Ελληνικής Αστυνομίας, παρά τη συνδρομή ή πολλές φορές και την υποκατάστασή της από ξένες μυστικές υπηρεσίες, να αποκαλυφθούν αποδεικτικά στοιχεία σε βάρος της οργάνωσης, οδήγησε τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό σε κατάσταση υστερίας. Με την αγαστή συνεργασία των ελεγχόμενων ΜΜΕ, επιδόθηκαν σ’ έναν ελεεινό πόλεμο συκοφαντιών και παραπληροφόρησης, με τελικό στόχο να αποδομήσουν τη θετική εικόνα της ΕΟ 17Ν στα μάτια των απλών ανθρώπων. Επί χρόνια ο Έλληνας αναγνώστης ή τηλεθεατής βομβαρδιζόταν με τα πιο γελοία και απίθανα σενάρια. Πρώτα του σερβίρισαν την εκδοχή ότι «πίσω από την οργάνωση κρύβονται χουντικά στοιχεία και ξένες μυστικές υπηρεσίες». Μετά μίλησαν για δήθεν «αριστεροχουντική συνεργασία», για «στήριξη και καθοδήγηση από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ», για «σχέσεις με την Παλαιστίνη, τον Καντάφι και τη Μέση Ανατολή» ή για «δεσμούς αίματος με το ΠΑΣΟΚ και με προσωπικότητες του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς». Η ελληνική κυβέρνηση, τρομαγμένη από την ολοένα αυξανόμενη επιρροή της οργάνωσης, δεν δίστασε να επιβάλλει λογοκρισία με απαγόρευση δημοσιοποίησης των κειμένων της από τα ΜΜΕ, όπως και να στείλει προσωρινά στο κρατητήριο κάποιους ανυπάκουους διευθυντές μεγάλων ημερησίων εφημερίδων. Παράλληλα, πολλοί Έλληνες πολίτες, μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων, διαπομπεύτηκαν ως δήθεν τρομοκράτες, ενώ πολλοί περισσότεροι συμπεριελήφθησαν σε μακροσκελείς καταλόγους «συνήθων υπόπτων» για να γίνουν μόνιμος στόχος των κατασταλτικών δυνάμεων, χωρίς να αποδειχθεί ποτέ τίποτα σε βάρος τους.

Καθώς ούτε οι συκοφαντίες και η παραπληροφόρηση, ούτε η στόχευση του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και των αναρχοαυτόνομων ομάδων, ούτε οι αστρονομικές επικηρύξεις, ούτε τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν ανεξέλεγκτα για υποτιθέμενους πληροφοριοδότες ή οι αμέτρητοι ντόπιοι και ξένοι αποκλειστικά απασχολούμενοι των διωκτικών μηχανισμών με την υπόθεση εξιχνίασης, δεν απέδιδαν τους προσδοκώμενους καρπούς, αμέσως μετά την εκτέλεση του στρατιωτικού ακόλουθου της Βρετανικής Πρεσβείας Στίβεν Σόντερς και ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων «Αθήνα 2004», αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες βάλθηκαν να ποδηγετήσουν ακόμη περισσότερο το σύνολο των ΜΜΕ και της κοινής γνώμης. Μετά την πανωλεθρία στους Δίδυμους Πύργους και την αμερικανοκίνητη παγκόσμια τρομοϋστερία, η κατάσταση εκτραχύνθηκε. Οι ΗΠΑ απαιτούσαν συλλήψεις «συνήθων υπόπτων» παντελώς άσχετων με τη δράση της ΕΟ 17Ν, ενώ η Ελλάδα με το πρόσχημα της τρομοκρατίας υποχρεώθηκε να σπαταλήσει ασύλληπτα ποσά -ασυγκρίτως μεγαλύτερα απ’ όσα δαπανήθηκαν στο Σίδνεϊ ή το Πεκίνο- για το σύστημα ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων, παρότι εντωμεταξύ είχε συλληφθεί η 17Ν. Ο αριθμός των ξένων πρακτόρων πολλαπλασιάστηκε, η κρατική τρομοκρατία και η σεναριολογία των τρομολάγνων κατευθυνόμενων δημοσιογράφων εντάθηκαν, η εθνική αξιοπρέπεια καταρρακώθηκε και η χώρα του Απολλώνιου φωτός, του Σωκράτη, του Δημόκριτου και του Πυθαγόρα άρχισε να βιώνει την οργουελική της πραγματικότητα, με το ολυμπιακό πνεύμα και τα σύμβολα του ολυμπισμού έρμαιο στα χέρια αχόρταγων πολυεθνικών για συσσώρευση μεγαλύτερου πλούτου.

Μέσα σ’ αυτό το αρνητικό κλίμα η «αναμονή του μοιραίου λάθους», όπως αποκαλούνταν χαρακτηριστικά από τις διωκτικές αρχές η στρατηγική της μοιρολατρίας, απέδωσε την πρώτη χειροπιαστή επιτυχία μετά από είκοσι εφτά χρόνια. Ο νόμος των πιθανοτήτων χτύπησε στις 29 Ιουνίου 2002, όταν βόμβα 750 gr έσκασε στα χέρα του Σάββα Ξηρού τη στιγμή που την τοποθετούσε σε γραφεία-εκδοτήρια εισιτηρίων εφοπλιστικής εταιρείας στο λιμάνι του Πειραιά. Είχε προηγηθεί απεργία των ναυτεργατών, η οποία κηρύχτηκε «παράνομη και καταχρηστική» από το δικαστήριο, ενώ οι απεργοί αφού αντιμετωπίστηκαν με άγρια αστυνομική βία επιστρατεύτηκαν από την κυβέρνηση.

Βαρύτατα τραυματισμένος, περισσότερο πεθαμένος παρά ζωντανός, ο Έλληνας αντάρτης πόλης μεταφέρθηκε σε δημόσιο νοσοκομείο στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο μετατράπηκε σε απροσπέλαστο φρούριο. Ετοιμοθάνατος και διασωληνωμένος, με δεμένα χέρια, πόδια και μάτια, γυμνός σε απόλυτο σκοτάδι και υπό την επήρεια ισχυρών ψυχοτρόπων, ανακρίθηκε από την πρώτη ώρα από άτομα που δεν του αποκάλυψαν την ταυτότητά τους. Ίσως ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ιατρικής, επίσημα τουλάχιστον, δεν ανακρίθηκε ασθενής σε τέτοια βαριά κατάσταση, με τη σύμφωνη γνώμη γιατρών που είχαν δώσει τον Όρκο του Ιπποκράτη. Παρέμεινε σε ειδικό θάλαμο της εντατικής επί εξήντα πέντε ημέρες, όπου κρατήθηκε σε απομόνωση. Εκτός από γιατροί, ανακριτές και κάποιοι «ειδικοί πράκτορες», των οποίων μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ τον πλήρη κατάλογο των ονομάτων τους, απαγορευόταν αυστηρά η πρόσβαση σε οποιονδήποτε άλλον. Όπως καταγγέλθηκε και ελάχιστοι πλέον αμφιβάλλουν γι’ αυτό μετά απ’ όσα διαδραματίστηκαν στη συνέχεια, ο προσωπικός του ιατρικός φάκελος, ο υπερσύγχρονος εξοπλισμός του νοσοκομείου και το είδος της ακολουθούμενης θεραπείας τελούσαν υπό την εποπτεία ειδικών πρακτόρων ξένων μυστικών υπηρεσιών. Κατά παράβαση της νομοθεσίας και κάθε έννοιας δικαίου, για σαράντα πέντε ημέρες δεν του απάγγειλαν κατηγορίες και χωρίς να διευκρινιστεί αν είναι κατηγορούμενος, μάρτυρας ή ύποπτος, οι ανακριτές συμπλήρωναν «καταθέσεις» απαγορεύοντας την πρόσβαση σε δικηγόρο. Αυτές οι «καταθέσεις», που αναμφισβήτητα συναρμολογήθηκαν από τους εκτελούντες εντεταλμένη υπηρεσία υπό την αυστηρή καθοδήγηση και εποπτεία αφανών προσώπων, και κάποιες ακόμη άλλων κατηγορούμενων, που χωρίς καν ν’ αναγνωστούν υπογράφτηκαν υπό την απειλή των όπλων μπροστά στους συναινούντες επίσημους ανακριτές, αποτέλεσαν ουσιαστικά τις «βαρύγδουπες αποδείξεις» στη διάρκεια της πρώτης και της δεύτερης δίκης στο Ειδικό Δικαστήριο.

Μάρτυρες που είδαν τον τραυματισμένο σε ολιγόλεπτες επισκέψεις με συνοδεία αξιωματικών της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, όσο διαρκούσε η απομόνωση, περιγράφουν έναν άνθρωπο σε πλήρη σύγχυση, που δεν κυριαρχούσε στον εαυτό του και ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν ήταν σε θέση ν’ ανακρίνεται. Ένας δικηγόρος για παράδειγμα, που είδε το Σάββα Ξηρό στο νοσοκομείο σαράντα πέντε ημέρες μετά την έκρηξη, περιέγραψε την κατάσταση του πολυτραυματία με τα μελανότερα χρώματα. «Έμοιαζε σαν παιδί πέντε ετών με σύνδρομο Ντάουν» είπε χαρακτηριστικά. Η γυναίκα του Αλίθια Ρομέρο, στην οποία επιτράπηκε να τον επισκεφτεί μόνο για πέντε λεπτά, δώδεκα μέρες μετά την έκρηξη, συνάντησε έναν άνθρωπο με εντελώς αλλοιωμένη προσωπικότητα και εμφανέστατα σημάδια από την επήρεια ισχυρών ψυχοφαρμάκων. Ήταν η μόνη που αντέδρασε, σηκώνοντας το δυσβάσταχτο βάρος των καταγγελιών προς κάθε κατεύθυνση για να δεχτεί, χλευαζόμενη και απειλούμενη, τα συγχρονισμένα πυρά των ΜΜΕ.

Πρόκειται ίσως για την πιο μαύρη περίοδο της ελληνικής δημοσιογραφίας. Καθώς κόμματα, συλλογικοί φορείς και ανεξάρτητες προσωπικότητες σιωπούσαν, δίνοντας πίστωση χρόνου στους βασανιστές, η ενημέρωση ταυτιζόταν όλο και περισσότερο με την πανηγυρίζουσα εξουσία, που έπαιρνε επιτέλους εκδίκηση μετά από είκοσι εφτά χρόνια αναποτελεσματικών ερευνών. Ο αδυσώπητος πόλεμος της αποκλειστικότητας εξελίχθηκε σε βόρβορο συκοφαντιών και ψευδολογιών με τη συνδρομή των διωκτικών αρχών. Όλες οι ανεξάρτητες φωνές εξαφανίστηκαν, ενώ στα τηλεοπτικά κανάλια γινόταν παρέλαση αλλόφρονων «ειδικών». Καταθέτοντας κάθε είδους ασυναρτησία, έβαζαν και το δικό τους λιθαράκι στο βρώμικο πολιτικό παιγνίδι, για λίγα λεπτά ματαιόδοξης δημοσιότητας. Επί είκοσι εφτά χρόνια σπάνια υπήρξε στην Ελλάδα δημοσιογράφος, εφημερίδα, περιοδικό ή τηλεοπτικός σταθμός, που να μην είχε γοητευτεί ή επισημάνει τις σπάνιες ικανότητες των μελών της ΕΟ 17Ν, την ανεπανάληπτη συνωμοτικότητα, το υψηλό επίπεδο γνώσεων και την βαρύτητα των κοινωνικο-πολιτικών της αναλύσεων. Ξαφνικά ο Έλληνας αναγνώστης ή τηλεθεατής βρέθηκε άναυδος μπροστά σε στημένη, εντελώς αντίθετη εικόνα. Οι ίδιοι σχεδόν άνθρωποι και τα ίδια μέσα, που επί χρόνια θα πουλούσαν και την ψυχή τους στο διάβολο για να εξασφαλίσουν την αποκλειστική δημοσιότητα κάποιας προκήρυξης, χωρίς να χάνουν ευκαιρία εξιδανικεύουν τις ικανότητες των μελών της οργάνωσης, τώρα έκαναν αγώνα δρόμου να πείσουν ότι πρόκειται για «τιποτένιους αλήτες κοινούς εγκληματίες που σκότωναν αδιακρίτως για πλάκα και λήστευαν για να πλουτίσουν παριστάνοντας τους επαναστάτες», στολίζοντάς τους μάλιστα με κάθε λογής κακόγουστα κοσμητικά επίθετα της πλούσιας ελληνικής γλώσσας. Όσο για αποδείξεις; Αυτές ήταν…. αυτονόητες! Ποιος θα τολμούσε ν’ αμφισβητήσει τους τηλεοπτικούς αστέρες-εθνικούς δικαστές;

Το Σεπτέμβριο 2002, αμέσως μόλις μεταφέρθηκε στη φυλακή, παρ’ ότι ήταν επιβεβλημένη η συνέχιση της παρακολούθησής του από εξειδικευμένους γιατρούς, ο Σάββας Ξηρός κατήγγειλε τηλεφωνικά στα ΜΜΕ τις συνθήκες νοσηλείας-κράτησής του και τα βασανιστήρια στα οποία υπεβλήθη στην εντατική, ενώ στην πρώτη εμφάνισή του στον ειδικό ανακριτή-δικαστή ακύρωσε τις αρχικές «καταθέσεις-απολογίες» στο νοσοκομείο ως προϊόντα βασανιστηρίων, ψευδείς και κατασκευασμένες.

Οι δέκα εννέα συνολικά φερόμενοι ως μέλη της ΕΟ 17Ν, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα δύο αδέλφια του Χριστόδουλος και Βασίλης, δεν δικάστηκαν στο αρμόδιο δικαστήριο για την τέλεση κακουργηματικών πράξεων. Με απόφαση της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, συστήθηκε Ειδικό Δικαστήριο χωρίς ενόρκους, γεγονός που ξεσήκωσε έντονες αντιδράσεις και προβληματισμό σε πολλούς Έλληνες νομικούς. Η δίκη άρχισε στις 3 Μαρτίου 2003 σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα μέσα στις Φυλακές Κορυδαλλού, σε προάστιο της Αθήνας και ολοκληρώθηκε εννέα μήνες αργότερα. Οι κατηγορίες που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι ήταν μεταξύ άλλων «ανθρωποκτονίες, απόπειρες ανθρωποκτονιών, υλικές καταστροφές από εκρήξεις βομβών και ρουκετών, ένοπλες ληστείες, κατοχή-χρήση όπλων και εκρηκτικών και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση». Οι δικαστές επέμειναν στα εγκληματικά κίνητρα των κατηγορουμένων, αποκλείοντας ως γενεσιουργό αιτία της ένοπλης δράσης τους τα πολιτικά τους πιστεύω. Αυτή η εμμονή ενόχλησε φανερά την κοινή γνώμη, αποκαλύπτοντας κακόβουλες προθέσεις, πολιτικές σκοπιμότητες, εκδικητική συμπεριφορά και ενδοτισμό στις έξωθεν πιέσεις, όπως σχολιάσθηκε από νομικούς κύκλους.

Καθώς οι αποδείξεις και τα στοιχεία ήταν λιγοστά και αμφισβητήσιμα (κλειδιά από γιάφκες, κάποια αποτυπώματα, τα περισσότερα σε κινητά αντικείμενα και το βιβλίο εξόδων με μερικά ψευδώνυμα μελών), οι κατηγορίες στηρίχτηκαν από την εισαγγελία σε μεγάλο βαθμό στις καταθέσεις των κατηγορουμένων στην αστυνομία και τους ανακριτές. Μόνο τρεις όμως από τους δεκαεννέα κατηγορούμενους δεν είχαν ήδη ακυρώσει τις αρχικές τους καταθέσεις ως προϊόντα άσκησης βίας. Αυτοί οι τρεις εξελίχθηκαν ουσιαστικά σε βασικούς μάρτυρες κατηγορίας στη διάρκεια της δίκης. Σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία ωστόσο, είναι παράνομη ή τουλάχιστον δεν αρκεί η κατηγορία συγκατηγορουμένων για μία καταδίκη (ίδε και…).

Ο Σάββας Ξηρός ποτέ δεν αρνήθηκε ότι ήταν ενεργό μέλος της ΕΟ 17Ν και μαζί με τον Δημήτρη Κουφοντίνα, ο οποίος παρουσιάστηκε αυτοβούλως στις δικαστικές αρχές, ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη γι’ αυτήν. Σχεδόν τυφλός και κουφός, με βαριές βλάβες του κεντρικού νευρικού συστήματος, ήταν μεν παρών στην δικαστική αίθουσα κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά αδυνατούσε να παρακολουθεί χωρίς προβλήματα τη διαδικασία ή να παρεμβαίνει σ’ αυτήν, ούτε βέβαια να υπερασπίζεται τον εαυτό του.

Στα μέσα Δεκεμβρίου 2003 το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του, έχοντας απορρίψει όλες τις ενστάσεις των κατηγορουμένων για τη χρήση των καταθέσεών τους. Ο Σάββας Ξηρός καταδικάστηκε έξι φορές ισόβια συν 2035 χρόνια φυλάκιση. Πέντε ακόμη συγκατηγορούμενοί του καταδικάστηκαν με παρεμφερείς βαρύτατες ποινές, με τη μέγιστη να φτάνει τα 21 φορές ισόβια (Α. Γιωτόπουλος). Άλλοι εννέα, ανάμεσά τους και οι τρεις κατηγορούμενοι-μάρτυρες κατηγορίας, χρεώθηκαν από 8 έως 25 χρόνια φυλάκιση. Τέσσερις κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και η μοναδική γυναίκα, απαλλάχτηκαν από όλες τις κατηγορίες. Τα αδέλφια του Χριστόδουλος και Βασίλης καταδικάστηκαν σε 10 φορές ισόβια και 1640 χρόνια ο πρώτος και σε 164 χρόνια ο δεύτερος. Σε μία προσπάθεια να δικαιολογηθεί η δικαστική χρήση των καταθέσεων του Σάββα Ξηρού στην εντατική, η πρωτόδικη απόφαση αναφέρει: «Περαιτέρω ενόψει της κρισιμότητας της κατάστασής του και του κινδύνου της μη επιβίωσής του οδηγήθηκαν στη σκέψη (οι αρχές) ότι έπρεπε να επικοινωνήσουν μαζί του (στην εντατική) για να διασφαλίσουν στοιχεία που θα οδηγούσαν στην εξάρθρωση της Οργάνωσης».

Το 2006 το Εφετείο επέβαλε τις ίδιες περίπου μεσαιωνικές ποινές με ασήμαντες αλλαγές. Λίγες βδομάδες μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας ο πρόεδρος του δικαστηρίου συνταξιοδοτήθηκε και αποχώρησε από το δικαστικό σώμα πριν οριστικοποιηθεί το σκεπτικό της απόφασης. Έντεκα μήνες μετά την τελεσίδικη καταδίκη των κατηγορουμένων, όταν γραφόταν αυτή η εισαγωγή, η απόφαση και τα πρακτικά δεν είχαν «καθαρογραφεί», ούτε κανείς, συμπεριλαμβανομένου και του υπουργού Δικαιοσύνης, ήταν σε θέση να βεβαιώσει αν τουλάχιστον είχε συνταχθεί το σκεπτικό της απόφασης, στοιχείο καθοριστικό για την εγκυρότητά της.

Στο μεταξύ, αναμένεται απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου μετά από προσφυγή του Σάββα Ξηρού για το θέμα της υγείας του σε συνάρτηση με τις συνθήκες κράτησης, καθώς και σωρεία προσφυγών στο ίδιο δικαστήριο από τον ίδιο για το ζήτημα των βασανιστηρίων και από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους για πλήθος παραβιάσεων, εφ’ όσον δημοσιοποιηθούν τα πρακτικά και επικυρωθεί η εγκυρότητα της τελεσίδικης απόφασης από τον Άρειο Πάγο. Με δεδομένη την καταστρατήγηση θεμελιωδών όρων της δίκαιης δίκης, αφού οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν τον φυσικό δικαστή, δικαζόμενοι βάσει αντισυνταγματικής νομοθεσίας από ένα Ειδικό Δικαστήριο χωρίς ενόρκους και με προεπιλεγμένους δικαστές, σε περιβάλλον περιορισμένης δημοσιότητας, επιβεβλημένης με επίσης αντισυνταγματικό νόμο, όπου επίορκοι δικαστές νομιμοποίησαν πλήθος παρατυπιών και εξέδωσαν αρεστή στους κρατούντες απόφαση, με κορυφαία ασφαλώς κακουργία τη μεταχείριση-βασανισμό του Σάββα Ξηρού και την παρά το Σύνταγμα αποδοχή των προϊόντων αυτής για τη θεμελίωση καταδίκης, θεωρείται σχεδόν βέβαιη η καταδίκη της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ και η επανάληψη της δίκης.

Μετά τις συλλήψεις του 2002 και τις παραπομπές σε δίκες των φερόμενων ως μελών της ΕΟ 17Ν και μίας ακόμη οργάνωσης, του Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ένοπλης λαϊκής αντίστασης στη μεταχουντική περίοδο, τόσο η πολιτική ηγεσία στην Ελλάδα, όσο και η Αμερικάνικη κυβέρνηση, που προσβάλλοντας το κύρος των θεσμών απένειμε επίσημα διακρίσεις στον εισαγγελέα-επόπτη των ανακρίσεων και στους αξιωματικούς της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, αυτοϊκανοποιημένες από τις δήθεν επιτυχίες τους, βάλθηκαν να υποστηρίξουν ότι «ο κύκλος της κριτικής των όπλων έκλεισε και η υπόθεση ελληνικό αντάρτικο πόλεων ανήκει οριστικά στο παρελθόν». Το μέγεθος της χαλκευμένης παραπληροφόρησης και στην περίπτωση αυτή είναι τεράστιο. Μια ελληνική παροιμία λεει όμως πως «ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρεται»…

Όπως είναι γνωστό, μόνο στην πρώτη μεταχουντική δεκαετία (1974-1985) σημειώθηκαν συνολικά τουλάχιστον 600 χτυπήματα ένοπλης λαϊκής βίας στην ελληνική επικράτεια, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν, αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα επεξεργασμένα στοιχεία, η γενική εντύπωση είναι ότι οι αριθμοί κυμαίνονται στα ίδια επίπεδα με κάποιες αυξο-μειωτικές διακυμάνσεις κατά περιόδους. Αμέσως μετά την έκρηξη της μοιραίας βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού, αντίθετα με τις προσδοκίες των κατασταλτικών μηχανισμών και παρά το ζοφερό κλίμα κρατικής τρομοκρατίας, η ένοπλη λαϊκή δράση, αντί να καταλαγιάσει, φούντωσε περισσότερο. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία σύντομης έρευνας για τις ανάγκες αυτής της έκδοσης, αλιευμένα από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, προκύπτει ότι από τον Ιούλιο 2002 μέχρι και το Μάρτιο 2008, πριν καλά-καλά κλείσει εξαετία, πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα τουλάχιστον 1000 (χίλιες) ενέργειες ένοπλης λαϊκής βίας, χωρίς να συνυπολογίζονται το συνολικό εύρος των καταστροφών από μαζικές βίαιες συγκρούσεις με αστυνομικές δυνάμεις στη διάρκεια μαχητικών διαδηλώσεων ή χτυπήματα που δημοσιοποιήθηκαν μόνο μέσω του επαρχιακού τύπου. Σε αυτά τα 1000 χτυπήματα συμπεριλαμβάνονται από εκτόξευση ρουκέτας στην Αμερικάνικη Πρεσβεία, βομβιστική επίθεση κατά υπουργού, ρήψεις χειροβομβίδων και πυροβολισμοί κατά αστυνομικών τμημάτων, απαλλοτριώσεις οπλισμού από στρατιωτικές αποθήκες και αστυνομικά οχήματα, μέχρι βομβιστικές επιθέσεις και εμπρησμοί με χρήση σύγχρονης τεχνολογίας (τηλεχειρισμοί κλπ.) ή κλασσικών μεθόδων, όπως βόμβες μολότοφ και γκαζάκια υγραερίου.

Στο διάστημα αυτό οι τράπεζες έχουν την πρωτιά στις προτιμήσεις των Ελλήνων ανταρτών πόλης με 315 χτυπήματα, από τα οποία τα 250 αφορούν τραπεζικά καταστήματα και τα 65 καταστροφές ΑΤΜ. Τη δεύτερη θέση καταλαμβάνουν καταστροφές αστυνομικών καμερών παρακολούθησης δημοσίων χώρων με 156 χτυπήματα. Ακολουθούν οι ένοπλες επιθέσεις εναντίον των δυνάμεων κρατικής καταστολής με 120 περιστατικά, από τα οποία τα 50 αφορούν επιθέσεις με μολότοφ και αυτοσχέδιες βόμβες εναντίον ειδικών αστυνομικών ομάδων καταστολής, 35 επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα και εγκαταστάσεις και 35 ακόμη κατά αστυνομικών οχημάτων. Στην τέταρτη θέση στόχευσης είναι τα κατά τόπους γραφεία των δύο μεγαλύτερων κοινοβουλευτικών κομμάτων. Τα γραφεία της νεοφιλελεύθερης «Νέας Δημοκρατίας», που κυβερνά τα τελευταία χρόνια, δέχτηκαν 61 συνολικά επιθέσεις, ενώ το πρώην κυβερνητικό «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ 26 επιθέσεις. Μέσα στην πρώτη δεκάδα στόχων συμπεριλαμβάνονται επίσης κρατικές υπηρεσίες και οργανισμοί κοινής ωφέλειας, όπως υπουργεία, εφορίες, δικαστήρια, τηλεπικοινωνίες και παροχής ηλεκτρικού, πολυεθνικές επιχειρήσεις, ιδιωτικές εταιρείες security, αμερικανικά αυτοκίνητα, διπλωματικές αποστολές και ΜΜΕ.

Την ευθύνη των παραπάνω ενεργειών έχουν αναλάβει με προκηρύξεις ή τηλεφωνήματα στα ΜΜΕ τουλάχιστον 25 επαναστατικές ομάδες. Κατά κοινή ομολογία, στην κορυφή βρίσκεται η οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας» με εντυπωσιακά χτυπήματα, όπως αυτό κατά της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα. Η ελληνική πρωτεύουσα διαθέτει τα πρωτεία στις επιθέσεις. Δεύτερη είναι η Θεσσαλονίκη, με έντονη κινητικότητα στο χώρο της ένοπλης αντίστασης τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο και στα μεγάλα αστικά κέντρα της επαρχίας, όπως Καβάλα, Γιάννενα, Πάτρα, Χανιά, Βόλος, Λάρισα κ.ά., ο αριθμός των ενεργειών παρουσιάζει συνεχώς τάσεις ανόδου όσο οξύνεται η άκρατη νεοφιλελεύθερη πολιτική και οι συνθήκες ζωής για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών χειροτερεύουν.

Μετά από όλα αυτά, ίσως κάποιος ευφάνταστος ξένος να νομίζει ότι στην Ελλάδα η ζωή του οποιουδήποτε κινδυνεύει καθημερινά από τους «τρομοκράτες». Κάτι τέτοιο προσπαθούσαν να πείσουν τους Έλληνες πολίτες και τους 15 εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται κάθε χρόνο τη χώρα, αλλά κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν έχαψε αυτό το παραμύθι. Απεναντίας μάλιστα. Μια πρωινή βόλτα σε μία τυχαία υπαίθρια λαϊκή αγορά, για παράδειγμα, είναι αρκετή για να αντιληφθεί και ο πιο αδαής πόσο βαθιά και προς ποια κατεύθυνση επηρέασε τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία η ΕΟ 17Ν. Κάθε φορά που η κερδοσκοπία οργιάζει ή η επικαιρότητα πλημμυρίζει από σκάνδαλα και διαφθορά στα κρατικά επιτελεία, θ’ ακούσεις στεντόρειες φωνές ή αυθόρμητους ψιθύρους επίκλησης βοήθειας προς την «17 Νοέμβρη» από οργισμένους πολίτες. Όλοι γνωρίζουν πια ότι στην Ελλάδα δεν γίνονται «τυφλά» χτυπήματα. Όπως όλοι γνωρίζουν ότι οι μόνοι που κινδυνεύουν -παντού και πάντα- είναι οι έχοντες δεσμούς αίματος με τις αιτίες που γεννάνε την ανάγκη της κοινωνίας ν’ αντιδράσει δυναμικά και βίαια.

Το ελληνικό κράτος, στην προκειμένη περίπτωση, λειτούργησε ως αυταρχικός τοπικός τύραννος, υπηρετώντας πιστά τις εντολές του αιμοσταγή ιμπεριαλιστή αυτοκράτορα. Οι νόμοι, οι ηθικές αρχές και τα περί δημοκρατίας κηρύγματα, για τα οποία δεν χάνει ευκαιρία να κομπορρημονεί, μονομιάς αυτοαναιρέθηκαν. Τη θέση τους πήραν απάνθρωπα βασανιστήρια, έκτακτα αντισυνταγματικά δικαστήρια, επίορκοι γιατροί, ανακριτές και δικαστές. Άλλη μια φορά αποδείχθηκε περίτρανα ότι οι νόμοι και τα όρια της νομιμότητας αφορούν μόνο τους άλλους, αλλά σχεδόν ποτέ τους εκλεκτούς των εξουσιαστικών μηχανισμών. Αυτό όμως δεν είναι και το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκε το σύγχρονο αντάρτικο πόλεων; Σε τελευταία ανάλυση, αν κάποιος πρέπει ν’ απολογηθεί, δεν είναι ο πολίτης, που δικαιολογημένα ομιλεί με βεβαιότητα για τα βασανιστήρια που έγιναν και μάλιστα σε ετοιμοθάνατο πολυτραυματία, μα όσοι τα επινόησαν, τα επόπτευσαν και τα εφάρμοσαν. Και καθώς όλοι γνωρίζουν ότι ανάμεσά τους κρύβονται δυνάμεις που η ιστορία τους βρίθει από γενοκτονίες, άδικους πολέμους, ποτάμια αίμα και βαρβαρότητες, για τα οποία ποτέ δεν έδωσαν λόγο στη Δικαιοσύνη, ποιος άραγε νοήμων άνθρωπος να πιστέψει ότι οι κρατούμενοι στο ελληνικό Γκουαντάναμο καλοπέρασαν ή καλοπερνάνε; Δυστυχώς για την πολιτική εξουσία, αλλά εκείνη διάλεξε το μονόδρομο πάνω στον οποίο τώρα βαδίζει. Η επανάληψη της δίκης θα τη φέρει σε δεινή θέση, η μη επανάληψή της σε ακόμη χειρότερη. Πολύ δύσκολα θα ξεφύγει από την αναγνώριση των πολιτικών κινήτρων των καταδικασθέντων, όσων τουλάχιστον παραδέχονται τη συμμετοχή τους, και τη λύση της πολιτικής αμνηστίας. Ο μονόδρομος προς τα εκεί φαίνεται να οδηγεί.

Έξι χρόνια μετά την έκρηξη στον Πειραιά, ο Σάββας Ξηρός, σχεδόν τυφλός και κουφός, πάσχοντας από πολλά ακόμη εμφανή και βαριά προβλήματα υγείας, επιβαρημένος με κάμποσες εγχειρήσεις και σε αναμονή άλλων που επιβάλλεται να γίνουν, αδυνατώντας να φροντίζει για τις πιο απλές και καθημερινές διαδικασίες αυτοεξυπηρέτησης, βρίσκεται μαζί με τους άλλους καταδικασμένους στην υπόθεση της ΕΟ 17Ν σε μία ειδική φυλακή και σε κατάσταση απομόνωσης. Οι συνθήκες κράτησης χειροτερεύουν συνεχώς την κατάσταση της προβληματικής υγείας του. Μέσα στη φυλακή έχει χάση ήδη τα 3 από τα 4/10 όρασης που του είχαν απομείνει μόνο στο δεξί μάτι. Όλες οι αιτήσεις του για μεταφορά σε ειδικό νοσοκομείο ή για αναστολή της ποινής του μέχρι να θεραπευτεί απορρίφθηκαν.

Είναι κραυγαλέο, αλλά ακόμη δεν του έχει παραδοθεί ο πλήρης ιατρικός του φάκελος. Δεν υπάρχει πουθενά καταχωρημένη επίσημη ιατρική εξήγηση για τρεις μεγάλες οριζόντιες τομές στο στήθος, ενώ πρόσφατα στη διάρκεια ιατρικών εξετάσεων αποκαλύφτηκε κατά λάθος η ύπαρξη αγγειώματος στον εγκέφαλο και μετεγχειρητικά clips στον κρανιακό θόλο. Έπρεπε βλέπεις πάση θυσία να πείσουν ότι η καλή κατάσταση της υγείας του πολυτραυματία ήταν η καλύτερη απόδειξη για την εγκυρότητα των «καταθέσεών» του. Κάπου όμως έκαναν λάθος υπολογισμούς. Τώρα, η βαριά καταδίκη, μπροστά στην πολύ πιο βαριά συγκλονιστική μαρτυρία του Σάββα Ξηρού, αναιρείται.


* Συγγραφέας ταξιδιωτικών οδοιπορικών, εθνοβοτανολογικών και ιστορικών ερευνών. Το βιβλίο του «Το Ελληνικό Αντάρτικο των Πόλεων 1974-1985» αποτελεί μέρος της ογκώδους δικογραφίας, καθώς ένα αντίτυπό του βρέθηκε σε γιάφκα της ΕΟ 17Ν και οι διωκτικές αρχές προσπάθησαν ν’ αξιοποιήσουν κάποια αμφισβητούμενα «αποτυπώματα» σ’ αυτό.